- Όλες
- General
Δημήτρης Παξινός
Ξέγνοιαστες μέρες
Στο χωριό (Περατιά Ξηρομέρου) που ήταν ο πατέρας μου δάσκαλος όλα ήταν ήσυχα. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας με τη γενέτειρά μου Λευκάδα ήταν μέσω ενός μονόξυλου που διάβαινε τη θάλασσα και φθάναμε στην πόλη, στη χώρα. Δρόμος δεν υπήρχε τότε και έτσι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Οταν ο καιρός ήταν καλός, είχε καλώς. Αλλως περίμενες τη βελτίωσή του, διότι υπήρχε κίνδυνος να αναποδογυρίσει η βάρκα από το βαρύ συνήθως ανάμικτο φορτίο ανθρώπων, πτηνών και υλικών αγαθών. Οταν το επέτρεπε ο καιρός το πανί έδινε άλλη χάρη στο ταξίδι, γιατί για ολόκληρο ταξίδι επρόκειτο.
Το όνειρό μου ήταν να αποκτήσω μπάλα, αλλά πού να ακούσει τέτοια ο πατέρας μου. «Πρώτα θα τελειώσεις το γυμνάσιο και μετά θα δούμε». Ημουν στο δημοτικό οπότε τα όνειρα έμεναν πτερόεντα, μια χίμαιρα. Ηταν όμως όλα ωραία στο χωριό. Ο αυστηρός και προσηλωμένος στο καθήκον πατέρας μου, τα παιδιά του σχολείου, σχεδόν όλα φτωχά, με γονείς αξιοπρεπείς, που παρέδιδαν τα παιδιά στο δάσκαλο: «Μάθε το γράμματα».
Και πολλά παιδιά έμαθαν γράμματα, και σπούδασαν και έγιναν τρανοί με χίλιες δυο στερήσεις. Ακόμη έχω τα τετράδια του πατέρα μου με τις ασκήσεις που έβαζε στα παιδιά το καλοκαίρι. Τα μαθήματα συνεχίζονταν, βλέπεις, το καλοκαίρι, πιο πολύ γι’ αυτούς που θα έδιναν εξετάσεις για το γυμνάσιο, ιδιαίτερα για τα παιδιά τα βλαχόπουλα, που κατέβαιναν από τα Τζουμέρκα για να ξεχειμωνιάσουν κοντά στον Αγιο Νικόλα και περπατούσαν από κει περίπου 6 χιλιόμετρα για να φτάσουν στο χωριό το πρωί! Και να επιστρέψουν το βράδυ στα καλυβόσπιτά τους. Ολη τους η ενδυμασία ήταν γίδινη. Παπούτσια, φανέλα, κάπα με κουραμάνα και ρέγκα. Ο Βαγγέλης και ο Πάνος, που έγιναν δάσκαλοι, καλή τους ώρα και πάντα με το χαμόγελο και δίψα για μάθηση. Το σχολείο όμως τα είχε όλα. Χάρτες, σκυτάλες, μπάλα, όλα τα σχολικά όργανα. Είχε φροντίσει ο πατέρας μου για όλα, από την εκμετάλλευση μελισσιών και από την εξωσχολική εργασία μας μαζεύοντας χαμομήλι και ελιές.
Την άνοιξη απολαμβάναμε τις μυρωδιές, τις μοσχοβολιές από τα άνθη που τις συνάντησα ξανά χρόνια μετά στις κολόνιες. Αλλο το φυσικό, άλλο το συνθετικό. Οι γευστικές απολαύσεις από τα γεννήματα της γης, τα πεπόνια, τις ντομάτες, τα απίδια, τα σταφύλια. Κάπου κάπου, τσιμπολογούσαμε κρυφά, αλλά πάντα κάποιος μάς κάρφωνε στον πατέρα μου οπότε το ξύλο ήταν αναπόφευκτο όταν υποτροπιάζαμε. Ο καιρός του θερισμού με τις αλωνιστικές μηχανές και μεις να κυλιόμαστε στα δέματα και το βράδυ στην πλατεΐτσα του χωριού, με παιχνίδι μέχρι που βράδιαζε και μαζευόμασταν σπίτι μας. Δεν υπήρχε ακόμα ηλεκτρικό ρεύμα.
Και κάθε Κυριακή εκκλησιασμός. Χειμώνα καλοκαίρι. Αλλωστε πάντα ήταν ο τόπος συνάντησης όλων μας. Τα μικρότερα παιδιά έλεγαν το «Πάτερ ημών», τα μεγάλα το «Πιστεύω», που ήταν ατελείωτο. Σ’ όλες δε τις εθνικές εορτές το τελετουργικό ήταν πλήρες και ακριβές, ο καθένας είχε το ρόλο του, η δε παρέλαση επίσης άψογη, με τον καλύτερο επικεφαλής μαθητή να ζώνεται το σπαθί του Θ. Γρίβα, ιδανικό για την περίσταση.
Μικρό και φτωχό το χωριό και παρά τις χίλιες δυο δυσκολίες οι αναμνήσεις είναι υπέροχες. Θυμάμαι, παρ’ ότι πολύ μικρός, τα πάντα με λεπτομέρειες και τα αναπολώ, τα νοσταλγώ.
Posted at 10:52AM Aug 08, 2008 by ET Administrator in General | Σχόλια[0]